Διαβάστε περισσότερα: Άρθρα neapnyka-post-rss | Σχόλια neapnyka-comments-rss

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ, ΡΗΞΗ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

0 σχόλια
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ, ΡΗΞΗ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ

Κυριακή, 26 Απρίλιος 2015

του Κώστα Καλλωνιάτη

Με αφετηρία την κρίσιμη οικονομικοπολιτική κατάσταση της Ελλάδας κι αφορμή δύο πρόσφατα δημοσιεύματα των Π. Κοσμά και Κ. Παπούλη (23/4/2015) που καλούν την κυβέρνηση να έλθει σε ρήξη με τους “θεσμούς” και να προχωρήσει σε στάση πληρωμών κι έξοδο από το ευρώ βάσει σχεδίου θα ήθελα να επισημάνω τα εξής:

1. Είναι ορθή η κριτική που γίνεται για την εσφαλμένη μέθοδο της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που επιλέχθηκε για τη μεταφορά των ταμειακών διαθεσίμων δημοσίων οργανισμών και ΟΤΑ στα χέρια της Τράπεζας Ελλάδας. Συνιστά πολιτική υποχώρηση στις αξιώσεις των “θεσμών” κι ενώ δίνει βραχυχρόνια λύση στο πρόβλημα ρευστότητας του Δημοσίου για την συνέχιση της αποπληρωμής των δανειστών, αποδυναμώνει πολιτικά τη κυβέρνηση. Δεν θα προχωρούσα, ωστόσο, σε εκτιμήσεις για “αδιέξοδο” κι “απελπιστική θέση” της. Η κατάσταση είναι ασφαλώς εξαιρετικά δύσκολη, καθώς ο διαθέσιμος χρόνος των διαπραγματεύσεων συντομεύει, η πρόοδος είναι μικρή κι οι πιέσεις κορυφώνονται. Ωστόσο, η κίνηση αυτή πρέπει να ιδωθεί και να αξιολογηθεί στα πλαίσια όχι μόνον του “έντιμου συμβιβασμού” που επιδιώκει η κυβέρνηση, αλλά και των δυνατοτήτων του εργατικού κινήματος στη φάση που διανύουμε.

2. Το κατά πόσον ο επιδιωκόμενος συμβιβασμός θα είναι “έντιμος” ή “μνημονιακός” (βλ. Κοσμά) είναι νομίζω μία λάθος προσέγγιση για το εργατικό κίνημα και την αριστερά. Γιατί ο συμβιβασμός μπορεί να είναι και “έντιμος” και “μνημονιακός” υπό μία έννοια. “Έντιμος” γιατί παρά το εύρος των υποχωρήσεων και των εκπτώσεων στο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, ο συμβιβασμός πρέπει και μπορεί να προσφέρει κάτι ουσιαστικά καλύτερο από το πρόγραμμα που είχε αποδεχθεί και προωθούσε η κυβέρνηση Σαμαρά. Κι αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το “φρένο στην μισθολογική λιτότητα” και την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που είναι η διπλή κόκκινη γραμμή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. “Μνημονιακός” θα είναι εξ ορισμού ο οποιοσδήποτε συμβιβασμός με τους “θεσμούς” στο βαθμό που αφορά μόνο την ελληνική οικονομία κι όχι το σύνολο της Ευρωζώνης, ώστε να θέτει ζήτημα συνολικής αναθεώρησης της νεοφιλελεύθερης – δηλαδή ταξικής – πολιτικής των διαρθρωτικών αλλαγών και περικοπών του κράτους πρόνοιας. Και δεδομένου ότι θα συνοδεύεται και θα διασφαλίζει μία δανειακή χρηματοδότηση (3ο πρόγραμμα), υπό όρους έστω και χαλαρότερης εποπτείας.

3. Αυτό που ενδιαφέρει μία αριστερή πολιτική άμεσα είναι η ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες αναπτύσσεται κι αγωνίζεται διεκδικώντας το εργατικό κίνημα. Τέτοια άμεση βελτίωση είναι το φρένο στον κατήφορο της λιτότητας, της υπερχρέωσης και της ύφεσης που προκαλεί μαζική ανεργία. Μιλάμε για απλές μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις των όρων διαβίωσης της κοινωνίας που όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθούν σε συνθήκες γενικευμένης βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού παγκόσμια. Γι’ αυτό εξάλλου κι οι λίγες αυτές ρήξεις με την ευρωπαϊκή πολιτική της λιτότητας είναι τόσο σημαντικές. Γιατί μεταθέτουν τα όρια της ταξικής πάλης, εμψυχώνουν, στηρίζουν κι εμποτίζουν με εμπιστοσύνη το κίνημα στις δικές του δυνάμεις οι οποίες, όπως ανακαλύπτει, απλώνονται πολύ πέραν των εθνικών συνόρων. Τέλος, γιατί ανοίγουν την όρεξη σε νέα μεταβατικά αιτήματα και διεκδικήσεις ικανές να ενώσουν το κίνημα σε διεθνιστική βάση, την μόνη ικανή να παλέψει κι υλοποιήσει το σχέδιο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

4. Η επίκριση, ωστόσο, του “έντιμου συμβιβασμού” από όσους “εξ’ αριστερών” αντιπροτείνουν στάση πληρωμών, ρήξη και έξοδο από το ευρώ βάσει σχεδίου δεν συνδέεται μόνον με τον αντιαναπτυξιακό (για ελλειμματικές χώρες) αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της Ευρωζώνης (Λαπαβίτσας), αλλά και με την εκτίμηση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, την εξώθηση της χώρας στο χείλος του γκρεμού λόγω έλλειψης ρευστότητας και την υποτιθέμενη υποβολή της από τους πιστωτές σε ένα καθεστώς διπλού ή παράλληλου νομίσματος (οι εξωτερικές πληρωμές σε ευρώ, οι εγχώριες συναλλαγές σε αποδεικτικά οφειλών ή IOU) που σταθερά θα υποτιμά με όρους ευρώ την αγοραστική δύναμη των πολιτών (Κοσμάς, Παπούλης). Οι αριστερές αυτές επικρίσεις της κυβερνητικής διαχείρισης θα είχαν νόημα αν ο συσχετισμός των δυνάμεων και το επίπεδο λαϊκής συνείδησης επέτρεπαν μία παρόμοια εξέλιξη (Grexit), καθώς επίσης εάν η εναλλακτική αυτή οδός διαφυγής οδηγούσε δυνητικά στον σοσιαλισμό. Τίποτα όμως από αυτά τα δύο δεν συμβαίνει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητική δύναμη έγινε με κοινοβουλευτικά κι όχι κινηματικά μέσα. Πως εξελέγη περισσότερο για να φύγει το σάπιο καθεστώς Σαμαρά και λιγότερο επειδή έπεισε με το πρόγραμμα του. Πως ο κόσμος που παρέμεινε κατά 2/3 πιστός στο ευρώ, ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ για να γίνει μαχητική διαπραγμάτευση ώστε να μπει συναινετικά με την ΕΕ ένα τέλος στα σκάνδαλα, τις υπερβολικές ανισότητες και τις ταξικές αδικίες, κι όχι για να επιστρέψει η χώρα στο δραχμοβίωτο παρελθόν. Η, δε, κυβέρνηση που σχηματίστηκε με τη συνδρομή ενός αστικού εθνικιστικού κόμματος δεν είναι αμιγώς αριστερή. Το κυριότερο, όμως, είναι πως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν στηρίχθηκε ούτε προεκλογικά ούτε μετεκλογικά όπως κι όσο έπρεπε στο λαϊκό κίνημα για να αντλεί ισχύ, όπως και δεν το ενίσχυσε αναλόγως για να μεταβάλλει εγχωρίως ή και διεθνώς τους συσχετισμούς δύναμης. Σε ποια ρήξη – και μάλιστα αντικαπιταλιστική όπως λέγεται – και με τι προεργασία, συμμαχίες και συσχετισμούς να επιδιώξουμε λοιπόν το προσεχές διάστημα την συνειδητή κι εκούσια έξοδο από την Ευρωζώνη;

5. Η κριτική που ασκείται στη κυβέρνηση είναι πως έτσι όπως πάμε και ξεμένουμε από χρόνο, χρήμα και πρωτοβουλίες ή θα συμβιβαστούμε εντελώς όπως επιδιώκουν οι “θεσμοί” και θα υποχρεωθούμε μάλιστα σε ένα σκληρότερο μνημόνιο, ή θα μας αναγκάσουν να μην υπογράψουμε και να καταφύγουμε απροετοίμαστοι σε λύσεις πολιτικά καταστροφικές (δημοψήφισμα, εκλογές, παράλληλο νόμισμα). Όμως σκληρότερο μνημόνιο δεν νοείται για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ γιατί την επομένη θα κατέρρεε, ενώ τυχόν προσφυγή σε εκλογές (το δημοψήφισμα στερείται λογικής) θα γινόταν μόνον για επικύρωση ενός μεγάλου συμβιβασμού με εναλλακτική το Grexit. Όποιες παραχωρήσεις και να κάνει ο συμβιβασμός ασφαλώς και θα περιλαμβάνει τα μέτρα για την ανθρωπιστική κρίση, την αποφυγή περαιτέρω μείωσης των μισθών ή υιοθέτησης του μέτρου των ομαδικών απολύσεων, τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από 3,5% σε 1,5% (δηλαδή λιγότερη λιτότητα) και επειδή εξαιτίας αυτού θα αυξάνει το χρηματοδοτικό κενό, θα περιέχει αναγκαστικά την αναδιάρθρωση ή/και το μερικό κούρεμα (αργότερα ίσως) του δημοσίου χρέους ώστε να βγαίνουν τα νούμερα. Και μόνον για τα παραπάνω μέτρα αποκλείεται να συνιστά σκληρότερο πρόγραμμα προσαρμογής (μνημόνιο). Πέραν αυτού είναι λάθος να πιστεύεται πως η ΕΕ επιθυμεί ή προωθεί λύσεις “παράλληλου νομίσματος” (με απώτερο ευρωπαϊκό στόχο να πέσει η παρούσα κυβέρνηση από κάποιο κίνημα κατσαρόλας) προκειμένου η Ελλάδα να παραμείνει μεν στην Ευρωζώνη εξυπηρετώντας τα χρέη της σε ευρώ, αλλά να λειτουργεί την οικονομία της με υποτιμημένο νόμισμα.  Το διπλό νόμισμα συνιστά προθάλαμο εξόδου από το ευρώ. Ο, δε, Ντράγκι πρόσφατα απέκλεισε το ενδεχόμενο η ΕΚΤ να στηρίξει σενάριο παράλληλου νομίσματος. Ο λόγος είναι πως μία τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ευθεία αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και του κύρους του ευρώ, αφού οι αγορές θα εκλάμβαναν πως ανάλογες επιλογές θα μπορούσαν να γίνουν και για τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού νότου γυρνώντας την πλάτη στο κοινό νόμισμα.  Επιπλέον, η ΕΕ δεν διαθέτει σήμερα καμία βιώσιμη εναλλακτική πολιτική λύση για την Ελλάδα πέραν μιας κυβέρνησης με κεντρικό κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ κι αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει καλά.

6. Οι επικρίσεις προς τη κυβέρνηση ότι δεν έχει “τα κότσια για να κάνει στάση πληρωμών στους τοκογλύφους δανειστές” υποβιβάζουν το ελληνικό πρόβλημα εξόδου από την κρίση σε ένα ζήτημα τόλμης και τσαμπουκά, την ίδια ώρα που οι ίδιες τονίζουν πως χρειάζεται επεξεργασμένο και “συνειδητό σχέδιο” (υπάρχει άραγε κι “ασυνείδητο”;) ρήξης με τους δανειστές και την εγχώρια αστική τάξη (στους εν λόγω επικριτές δεν περιλαμβάνεται η πρόταση Λαπαβίτσα η οποία είναι καθαρά κευνσιανού χαρακτήρα όπως ο ίδιος έχει παραδεχθεί). Όμως, όπως εξαρχής τονίσαμε μία μεθοδευμένη ρήξη με το σύστημα συνολικά κι όχι απλά με το νόμισμα  προϋποθέτει την διαμόρφωση εθνικών και διεθνών συσχετισμών δύναμης υπέρ των εργαζομένων που σήμερα απουσιάζουν. Ακόμη χειρότερα, τακτικές κλιμάκωσης και ρήξης χωρίς κατάλληλη προετοιμασία, οργάνωση και πολιτική συνειδητοποίηση είναι μαθηματικά βέβαιο πως οδηγούν σε σειρά ηττών κι υποχωρήσεων του κινήματος, δηλαδή αντί για καλό θα προκαλέσουν τεράστια ζημιά στην αριστερά και στην υπόθεση του σοσιαλισμού.

7. Οι εκκλήσεις συνεπώς για άμεση ρήξη με την ΕΕ και τον καπιταλισμό είναι επικίνδυνες γιατί στερούνται ακριβώς του σχεδίου και της στρατηγικής που οι ίδιες επικαλούνται για τρεις βασικά λόγους. Πρώτα απ’ όλα γιατί όπως είπαμε δεν υπάρχουν οι υποκειμενικοί όροι για κάτι τέτοιο αφού παρά την ύπαρξη μιας λαϊκομετωπικής κυβέρνησης με προοδευτικό πρόγραμμα και στόχο, δεν υπάρχει κάποια προεπαναστατική κατάσταση στην κοινωνία.  Δεύτερο, γιατί ακόμη κι αν δεχθούμε πως υιοθετείται η λογική Λαπαβίτσα μιας ενδιάμεσης καπιταλιστικής ανάπτυξης με έξοδο από το ευρώ κι άσκηση επεκτατικής πολιτικής εθνικού κεϋνσιανισμού, τα οικονομικά δεδομένα είναι τέτοια που δεν επιτρέπουν την ευόδωση του εγχειρήματος. Να τα θυμίσουμε εν συντομία: οικονομία υπηρεσιών (τουρισμός, ναυτιλία-μεταφορές) χαμηλής προστιθέμενης αξίας κι ανταγωνιστικότητας, μηδενικά συναλλαγματικά διαθέσιμα, έλλειμμα τεχνολογικού δυναμικού και καινοτομίας, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων με χαμηλή παραγωγικότητα, ισχνή βιομηχανική βάση, αναιμική εξαγωγική δραστηριότητα, μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας και μηχανημάτων, οικονομία εθισμένη σε ευρωπαϊκές ενισχύσεις, διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση. Πάνω σε αυτή την οικονομική δομή είναι που οι προ της ένταξης στο ευρώ υποτιμήσεις του εθνικού νομίσματος απέτυχαν να αποδώσουν σε ανταγωνιστικότητα, μολονότι οι ονομαστικοί μισθοί πάγωσαν για να μην ακολουθήσουν την άνοδο των τιμών που προκάλεσαν οι υποτιμήσεις. Συνεπώς, τώρα το να προτείνεται μία επιστροφή στο παρωχημένο εθνικό μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης σημαίνει πως ούτε οι περιορισμοί της παγκοσμιοποίησης και του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας γίνονται αντιληπτοί (αρκεί μία τουριστική οδηγία κατά της χώρας από την ΕΕ για να την διαλύσει οικονομικά), αλλά πολύ περισσότερο δεν λαμβάνεται υπόψη η νέα αφαίμαξη που θα υποστούν με την δραχμική υποτίμηση οι έλληνες εργαζόμενοι οι οποίοι με την πολιτική αυτή θα βρεθούν ευθέως αντιμέτωποι με τους ευρωπαίους συναδέλφους τους. Υπάρχει όμως κι ένας τρίτος πολύ σημαντικός – μάλλον ο σημαντικότερος – λόγος για τον οποίο η πρόταση εξόδου από το ευρώ για αυτόνομη εθνική ανάπτυξη με προοπτική το σοσιαλισμό είναι βαθιά μυωπική κι αντιδραστική έτσι όπως προτείνεται. Κι ο λόγος αυτός είναι η συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία ενός αιώνα (20ου) αποτυχημένων εγχειρημάτων σοσιαλιστικής οικοδόμησης εντός των περιορισμένων εθνικών συνόρων χωρών με χαμηλά επίπεδα καπιταλιστικής ανάπτυξης. Οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν γιατί η επανάσταση δεν εξαπλώθηκε στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης με αποτέλεσμα οι πρώιμες απόπειρες σοσιαλιστικής οικοδόμησης γρήγορα να γραφειοκρατικοποιηθούν, να εκτραπούν ή εκφυλιστούν σε συγκεντρωτικά σταλινικά καθεστώτα και τελικά  να καταρρεύσουν παλινδρομώντας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που είχαν επιχειρήσει να υπερβούν. Όσοι λοιπόν σήμερα προτείνουν επιστροφή στην δραχμή και την εθνική ανάπτυξη αποβλέποντας σε δυνητική σοσιαλιστική διαχείριση της οικονομίας, πλανώνται πλάνη οικτρή αν πιστεύουν πως μπορεί σε μία μικρή ανοιχτή κι εξαρτημένη οικονομία όπως η ελληνική να ανθίσει κι επιβιώσει μεμονωμένα ο σοσιαλισμός. Θα μπορούσε να ξεκινήσει μία τέτοια προσπάθεια μόνο στη βάση μιας επαναστατικής δυναμικής που θα απλωνόταν με μικρή διαφορά χρόνου σε όλη την Ευρώπη. Αλλά αυτό θα σήμαινε την έγκαιρη διεθνιστική συγκρότηση και πολιτική οργάνωση του κινήματος και των συμμαχιών του πανευρωπαϊκά. Τι έχουν να επιδείξουν, αλήθεια, στον τομέα αυτό οι πρωταγωνιστές της ‘ρήξης’; Τίποτα απολύτως!

8. Τέλος, αξίζει νομίζω να σημειωθεί πως οι επικριτές του “έντιμου συμβιβασμού” δεν υποτιμούν μόνο την αναγκαιότητα της διεθνιστικής δράσης και της ανάγκης κινηματικής οργάνωσης και σύγκλισης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με στόχο μία δημοκρατικά ενωμένη σοσιαλιστική Ευρώπη στην υπηρεσία των εργαζομένων. Υποτιμούν την έκταση της παγκοσμιοποίησης και τον βαθμό της σημερινής καπιταλιστικής αλληλεξάρτησης κι ενοποίησης με αποτέλεσμα να υποβαθμίζουν τον συστημικό κίνδυνο που συνεπάγεται η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ σε συνθήκες γενικευμένης χρηματοπιστωτικής κι οικονομικής κρίσης. Έτσι, αποδέχονται άκριτα τις απειλητικές διαβεβαιώσεις της ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης για το ότι το Grexit δεν αποτελεί πλέον μη αντιμετωπίσιμο κίνδυνο για την ΕΕ. Κι έτσι καταλήγουν στο αφελές συμπέρασμα πως “σήμερα απασχολεί οικονομικά το Βερολίνο (η Ελλάδα) όσο περίπου η Ηγουμενίτσα την Αθήνα” (Παπούλης)! Τώρα πως γίνεται κι ένα σωρό αρμόδιοι παράγοντες κυβερνήσεων και αγορών εκατέρωθεν του Ατλαντικού διαβεβαιώνουν για το αντίθετο και πως γίνεται ο διεθνής Τύπος να έχει πρώτο θέμα την Ελλάδα τους τελευταίους 5 μήνες είναι λιγάκι δύσκολο να εξηγηθεί με όρους …Ηγουμενίτσας. Κι όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις υποτίμησης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αυτή συνοδεύεται από μία υπερτίμηση των εθνικών δυνατοτήτων. Αυτό γίνεται φανερό όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός πως ο φόβος της Γερμανίας και της ΕΕ είναι πως “με στάση πληρωμών κι επιστροφή της Ελλάδας στο εθνικό νόμισμα, όλα συνηγορούν ώστε σύντομα να μετατραπεί σε Αργεντινή της Μεσογείου… οπότε το παράδειγμα για τους λαούς θα είναι εκκωφαντικό” (Παπούλης). Η άγνοια πάντα υπήρξε κακός συμβουλάτορας. Και είναι τουλάχιστον επίδειξη επιπόλαιης άγνοιας να επιχειρούνται παρόμοιες συγκρίσεις. Γιατί στις συνθήκες κρίσης της τρέχουσας δεκαετίας η Ελλάδα δεν μπορεί να πετύχει όχι ανάπτυξη 5-10% που είχε πετύχει η Αργεντινή τη περασμένη δεκαετία της διεθνούς ευφορίας, αλλά ούτε 3% που λογαριάζει το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα που κατάρτισαν τα Μνημόνια. Επιπλέον, η θετική πορεία της Αργεντινής επί σειράν ετών μετά την υποτίμηση του νομίσματος της και την ευνοϊκή συγκυρία στην αγορά εμπορευμάτων όπου – αντίθετα με την Ελλάδα – ειδικεύεται, πλέον έχει με την κρίση μετατραπεί σε μία οικονομία με ασυγκράτητο πληθωρισμό και μηδενική ανάπτυξη με τα πραγματικά εργατικά εισοδήματα να υφίστανται σταθερή κάμψη. Πόσο λοιπόν υπόδειγμα εναλλακτικής καπιταλιστικής ανάπτυξης μπορεί να αποτελεί στις συνθήκες της διεθνούς κρίσης η Αργεντινή; Και πόσο αφελείς μπορεί να είναι όσοι αναζητούν ανάλογα αναπτυξιακά πρότυπα αγνοώντας τις μεγάλες διαφορές σε παραγωγικές δομές και διεθνείς οικονομικές συγκυρίες;

9. Ταπεινή μου άποψη είναι πως σήμερα καθήκον όσων αριστερών ακολουθούν τη μαρξιστική οπτική και μέθοδο είναι να στηρίζουν όσες μεταρρυθμιστικές προτάσεις αποκτούν επαναστατικό περιεχόμενο στις συνθήκες κρίσης κι αδυναμίας του συστήματος να τις αποδεχθεί και να τις υλοποιήσει. Σε αυτές μπορούν να προστεθούν μεταβατικά αιτήματα που απηχούν τα κοινά συμφέροντα των εργαζομένων και συμβάλλουν στην ενωτική τους συσπείρωση και διεθνιστική δράση. Καθήκον που στη τρέχουσα συγκυρία αντιστρατεύεται η πολιτική της επιστροφής στη δραχμή με στόχο κάποια δήθεν αυτόνομη εθνική οικονομική ανάπτυξη …του ελληνικού καπιταλισμού.