Διαβάστε περισσότερα: Άρθρα neapnyka-post-rss | Σχόλια neapnyka-comments-rss

Όταν ο θείος Σκρουτζ συνάντησε το νέο δόγμα του υπουργείου Πολιτισμού

0 σχόλια
Όταν ο θείος Σκρουτζ συνάντησε το νέο δόγμα του υπουργείου Πολιτισμού

Της Μυρσίνης Ζορμπά*

Το υπουργείο Πολιτισμού ανήγγειλε με τυμπανοκρουσίες αμέσως μετά τις εκλογές το δόγμα «ο πολιτισμός είναι οικονομικό εργαλείο» και πάνω σ’ αυτό προσπαθεί έκτοτε να ευθυγραμμίσει και να συρρικνώσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του πολιτισμού και των ίδιων των αποφάσεων και δράσεών του. Μόνο που η πραγματικότητα δεν χωράει σε δόγματα, και μάλιστα τόσο κυνικά, μονοδιάστατα και ανιστόρητα, ενώ για να υπηρετηθεί το δόγμα θυσιάζεται συχνά ανενδοίαστα το δημόσιο συμφέρον, η θεσμική νομιμότητα και, φυσικά, τα κοινωνικά αιτήματα.

Φτάνει να ρίξει κανείς μια ματιά στα τρία θέματα που απασχόλησαν πρόσφατα την επικαιρότητα, δηλαδή τη διαφημιστική καμπάνια της Coca – Cola, το Ταμείο Αλληλοβοήθειας και τον Οργανισμό Βιβλίου, για να καταλάβει πώς η έλλειψη σχεδίου πολιτισμικής πολιτικής, αφενός, και η δογματική προσκόλληση, αφετέρου, οδηγεί σε αυθαίρετες και κατά το δοκούν αποφάσεις και εξαγγελίες.

Αυτές και μόνο που υπηρετούν αποκλειστικά πολιτικές σκοπιμότητες, ενώ στο βάθος του ορίζοντα «ο πολιτισμός ως οικονομικό εργαλείο» καταλήγει να εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα, συγκαλύψεις σκανδάλων και να ανακαλύπτει τον… θείο Σκρουτζ όταν πρόκειται για τη υποστήριξη κοινωνικο-πολιτισμικών αναγκών, όπως είναι το βιβλίο και η ανάγνωση για την ελληνική κοινωνία.

Coca – Cola και το ταμείον είναι μείον

Η διαφημιστική καμπάνια της Coca – Cola με απεικονίσεις του Παρθενώνα και άλλων μνημείων χωρίς προηγούμενη άδεια και χωρίς να πληρώσει η εταιρεία ούτε ένα ευρώ για τέλη, θεωρήθηκε από τη νυν ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού νόμιμη και μια ακόμη ευκαιρία να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ για τάχα παραλείψεις και κατά το δοκούν αποφάσεις. Με αυτή τη ρητορική, η ίδια παραβλέπει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις της χορήγησης άδειας απεικονίσεων για εμπορική εκμετάλλευση και διαφημιστικούς σκοπούς και καθυστερεί τους τρεις τελευταίους μήνες να εφαρμόσει τα όσα ο νόμος και οι υπουργικές αποφάσεις ορίζουν.

Με τον τρόπο αυτό και δεδομένου ότι το ζήτημα αγγίζει τον πυρήνα της προστασίας και τα αποκλειστικά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου στα μνημεία του ελληνικού κράτους, λειτουργεί σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος και των εσόδων του. Έτσι, επιπροσθέτως, κωλυσιεργεί στα θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού που ανακύπτουν, αποφεύγει να διερευνήσει το θέμα σε επίπεδο υπηρεσιών του υπουργείου, αποσύρει την τελευταία υπουργική απόφαση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και, αφήνοντας ελεύθερο το τοπίο σε αυθαιρεσίες, παραπέμπει το ζήτημα σε μια ακόμη επιτροπή, από τις πολλές που φαίνεται να λειτουργούν με κατ’ εντολήν αποφάσεις.

Αυτός ο τρόπος άσκησης πολιτικής, ωστόσο, παράγει πολιτικές και υπηρεσιακές ευθύνες καθώς και σειρά ερωτηματικών που πρέπει να διερευνηθούν, ενώ το δόγμα «ο πολιτισμός είναι οικονομικό εργαλείο» μάς δείχνει εδώ την ανάποδη πλευρά του, που είναι οι πολιτικές αποφάσεις σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, καταλήγοντας στην παλιά λαϊκή ρήση «το ταμείον είναι μείον».

Ταμείο αλληλοβοήθειας

Κακουργηματικές διώξεις σε 17 άτομα για κακοδιαχείριση στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας Υπαλλήλων του ΥΠΠΟ, που, μεταξύ άλλων, κάλυπτε ανάγκες του γραφείου της τότε Γ.Γ. και σημερινής υπουργού, άσκησε την εβδομάδα που πέρασε η Εισαγγελία κατά της διαφθοράς, με τη ζημιά να ξεπερνά τα 200.000 ευρώ. Η δίωξη αφορά την περίοδο 2012-2014 και ανάμεσα στα πρόσωπα που κατηγορούνται εμφανίζονται τα ονόματα συνδικαλιστών, που η υπουργός κάλεσε να καθίσουν στο επίσημο τραπέζι την ημέρα της παραλαβής του υπουργείου και ήταν οι πρώτοι που με σπουδή φρόντισε να έχουν συνάντηση μαζί της την ίδια ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων της.  Με σπουδή επίσης έσπευσε να θέσει το Ταμείο σε καθεστώς «εκκαθάρισης εν λειτουργία», κάτι που από μόνο του αποτελεί νομική παραδοξότητα, παρότι μάλιστα γνώριζε ότι εκκρεμούσε η εισαγγελική έρευνα. Τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι πέραν, των όσων η Δικαιοσύνη επιλήφθηκε, ηθικά και πολιτικά.

Ένα Ταμείο που διαχειριζόταν μεγάλα ποσά, με αδιαφάνεια και χωρίς καταστατικό, στο οποίο όταν διατάσσεται οικονομικός και διαχειριστικός έλεγχος γίνεται… κατάληψη και εξαφανίζονται το Πρωτόκολλο και άλλα έγγραφα, αποκαλύπτονται υποθέσεις που αφορούν πλαστογραφία, απιστία, και άλλα κολάσιμα αδικήματα, δεν επιτρέπει εύκολα συγκάλυψη. Και όμως, μετά από όλα αυτά, στην ηγεσία του Ταμείου επανέρχεται ο τότε επικεφαλής του ταμείου, διορισμένος από τη νυν ηγεσία του υπουργείου σε θέση ευθύνης, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτε. Και στην περίπτωση αυτή μπορεί κανείς να βγάλει το συμπέρασμα ότι το δόγμα «ο πολιτισμός είναι οικονομικό εργαλείο» μάς δείχνει την ανάποδη όψη του, που είναι οι πολιτικές αποφάσεις σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, καταλήγοντας στο στίχον του λαϊκού άσματος «ιστορία μου, αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο».

Φτηνοί στα λάχανα κι ακριβοί στις παραπούλες

Στην απάντησή της στην κοινοβουλευτική ερώτηση του Β. Βασιλικού για τον «Οργανισμό Βιβλίου και Πολιτισμού» η υπουργός, μεταξύ πλήθους ανακριβειών και παρερμηνειών και προκειμένου να καλύψει την απροθυμία της για την αναγκαία ρωμαλέα στήριξη που χρειάζεται ο κόσμος του βιβλίου, επικαλέστηκε την οικονομική επιβάρυνση που θα προέκυπτε από τη λειτουργία του.

Το ειδικευμένο προσωπικό τής φάνηκε πολύ και το Δ.Σ. θα το προτιμούσε προφανώς μη αμειβόμενο. Αλλά ουδόλως αναφέρθηκε στη δομή και τις πραγματικές ανάγκες του χώρου του βιβλίου και της ανάγνωσης που πρέπει να καλύπτει ένας τέτοιος οργανισμός και οι οποίες όχι απλώς δικαιολογούν αλλά επιβάλλουν τον αριθμό των στελεχών και την τεχνογνωσία που πρέπει να διαθέτουν, όπως και τη διαρκή και συστηματική παρουσία ενός ενεργού και υπεύθυνου Δ.Σ. Ούτε βέβαια έδειξε να την απασχολεί ότι οι αμοιβές στα Δ.Σ. οργανισμών που υπηρετούν τον πολιτισμό και τις τέχνες είναι απλώς συμβολικές, σε σύγκριση με τις παχυλές αμοιβές των μελών άλλων εταιρειών και οργανισμών του Δημοσίου, θαρρείς και οι συγγραφείς και οι άνθρωποι των Γραμμάτων είναι οι φτωχοί συγγενείς και ο χρόνος που αφιερώνουν στη διαχείριση των κοινών αμελητέος.

Αλλά είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι δεν βρήκε να πει ούτε μια λέξη αυτοκριτικής για τη βίαιη κατάργηση του ΕΚΕΒΙ, όταν η ίδια ήταν γ. γραμματέας του υπουργείου. Ούτε μια λέξη για το κενό που δημιουργήθηκε στα χρόνια της κρίσης και την ουσιαστική ανάγκη να υπάρξει ένας νέος οργανισμός που θα στηρίξει τον χώρο και τους επαγγελματίες του βιβλίου.

Ωστόσο, δυστυχώς για την κ. Υπουργό, το νομοσχέδιο για τον Οργανισμό Βιβλίου και Πολιτισμού βρίσκεται ακόμη αναρτημένο στην ιστοσελίδα του υπουργείου Πολιτισμού και μπορεί καθένας να το διαβάσει, διαπιστώνοντας πόσο ανακριβείς είναι οι παρατηρήσεις της. Στην πραγματικότητα, το νομοσχέδιο αντιμετώπιζε στην ολότητά τους τα δομικά προβλήματα του χώρου του βιβλίου και τις ανάγκες των επαγγελματιών, έχοντας λάβει υπόψη τόσο την εμπειρία που είχε προκύψει από το ΕΚΕΒΙ όσο και τις τεχνολογικές και άλλες εξελίξεις που συντελέστηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Συνέδεε το βιβλίο και την ανάγνωση με την περιφερειακή ανάπτυξη του σύγχρονου πολιτισμού που ουδέποτε είχε την… τύχη να σχεδιαστεί στο υπουργείο, με τη δημιουργία χώρων βιβλίου και πολιτισμού, καθώς και με τα άλλα πολιτιστικά αγαθά και πρακτικές.

Σχεδιάστηκε ως ένας δυνατός σύγχρονος οργανισμός, όπως πρέπει να είναι, προς όφελος της δημόσιας ανάγνωσης και του κόσμου του βιβλίου. Το νομοσχέδιο ενσωμάτωσε πλήθος παρατηρήσεων των συνδικαλιστικών φορέων, των ενώσεων και των ανθρώπων του βιβλίου, κάτι που το καθιστά σημείο αναφοράς για όλους. Όσες χιλιοειπωμένες ή ασύνδετες μεταξύ τους ιδέες σαν αυτές που παρέθεσε στη Βουλή εν είδει καταλόγου η υπουργός κι αν επαναλαμβάνει, αυτές θα έχουν να αναμετρηθούν με μια δομημένη αντίληψη πολιτικής βιβλίου που το νομοσχέδιο συγκροτεί και περικλείει.

Οι σκόρπιες ιδέες απλώς δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εάν δεν υπάρχει ένας στέρεος οργανισμός βιβλίου με ικανό και άξιο στελεχικό δυναμικό, αφοσιωμένο και με συνέχεια στην υπόθεση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, το δόγμα «ο πολιτισμός είναι οικονομικό εργαλείο» έδειξε την όψη του θείου Σκρουτζ και θύμισε τη γνωστή ρήση «φτηνοί στα λάχανα κι ακριβοί στις παραπούλες».

* Η Μυρσίνη Ζορμπά είναι πρώην υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού

Πηγή: Η Αυγή